DTGR110

32 Ακτινοδιαγνωστική - Σύγχρονη Τεχνολογία D T Greek Edition Πρακτικές τεχνικές βελτιστοποίησης της ψηφιακής ακτινογραφικής απεικόνισης E. T. Parks, DMD, MS Παρόλο που η χρήση της ψηφιακής ακτινογραφίας έχει επιτρέψει στον οδοντίατρο να αποφεύγει την υποβάθµιση της ποιότητας της οπτικής απεικόνισης κατά την επεξεργασία στο σκοτεινό θάλαµο, πολλοί παράγοντες µπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα µιας ψηφιακής ακτινογραφίας. Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιαστούν δύο κρίσιµοι τοµείς που επηρεάζουν την ποιότητα της εικόνας: 1) η αλληλεπίδραση µεταξύ της πηγής ακτινοβολίας και του δέκτη και 2) η αλληλεπίδραση µεταξύ του δέκτη και των µατιών του οδοντιάτρου. τος (AC), η χρήση αυξηµένου φιλτραρίσµατος και µεγαλύτερης απόστασης µεταξύ της πηγής και του δέκτη (µε επιµήκη κώνο) θα επιτρέψει επίσης µεγαλύτερους χρόνους έκθεσης χωρίς να αυξηθεί η δόση της ακτινοβολίας για τον ασθενή. ∆�������� Παρόλο οι περισσότερες πηγές ακτίνων Χ χρησιµοποιούν κυκλικό διάφραγµα, η πιο πρόσφατη έρευνα των αρµόδιων αρχών ακτινοπροστασίας στις ΗΠΑ προτείνει τη χρήση ορθογώνιου διαφράγµατος. Εκτός από τη µείωση του χρόνου έκθεσης, το ορθογώνιο διάφραγµα µπορεί να επηρεάσει επίσης την ποιότητα της εικόνας. Οι Falk και συν. ανέφεραν αξιοσηµείωτη βελτίωση στην υψηλή και χαµηλή αντίθεση κατά τη χρήση ορθογώνιου διαφράγµατος, λόγω της µειωµένης σκέδασης της κύριας ακτίνας. Η ακτινοβολία σκέδασης αυξάνει την ποσότητα του θορύβου που είναι εµφανής στην ψηφιακή εικόνα και µπορεί να αυξηθεί µε τη χρήση ταχύτερων δεκτών εικόνας. Κατά συνέπεια, ο αυξηµένος θόρυβος παρατηρείται συχνά όταν δεν χρησιµοποιείται ορθογώνιο διάφραγµα µε τους ψηφιακούς δέκτες εικόνων. Μ��������� �������� Θα πρέπει να γίνονται ρυθµίσεις αντίστοιχα µε το σωµατικό µέγεθος των ασθενών που προσέρχονται για θεραπεία. Υπάρχει επίσης µία αξιοσηµείωτη ποικιλοµορφία στο πάχος των ιστών της άνω γνάθου και του προσώπου, ειδικά µεταξύ των άνω γοµφίων και των κάτω τοµέων. Αφού οι περισσότερες πηγές ακτίνων Χ έχουν σταθερό kVp και mA, η µεταβολή των χρόνων έκθεσης είναι η µόνη διαθέσιµη επιλογή για το σωµατικό µέγεθος του ασθενούς και το πάχος των ακτινογραφούµενων δοντιών. Ενώ διατίθενται εργαλεία βελτίωσης της εικόνας µετά τη λήψη της, µία πολύ φωτεινή εικόνα δεν µπορεί να διορθωθεί. Αλληλεπίδραση µεταξύ του δέκτη και των µατιών του οδοντιάτρου Γ�������� �������� Ανατοµικά ακριβείς εικόνες µπορούν να ληφθούν µε την τεχνική παραλληλισµού, στην οποία ο επιµήκης άξονας του δέκτη της εικόνας είναι παράλληλος µε τον επιµήκη άξονα του δοντιού και η κύρια ακτίνα κατευθύνεται κάθετα προς το δέκτη και το δόντι (Εικ. 1). Οι ανατοµικές παραλλαγές (π.χ., µικρό στόµα, εξοστώσεις, αβαθής υπερώα), ωστόσο, καθιστούν δύσκολη την επίτευξη πραγµατικού παραλληλισµού. Σε πολλές περιπτώσεις, µικρότεροι αισθητήρες µπορούν να χρησιµοποιηθούν για καλύτερα αποτελέσµατα σε µικρότερα στόµατα. Ανεξάρτητα από τον τύπο του αισθητήρα που επιλέγεται, ωστόσο, οι άκαµπτοι αισθητήρες θα πρέπει να τοποθετούνται σε περιοχές του στόµατος µε τον περισσότερο χώρο, δηλαδή οπισθίως προς τη µέση γραµµή (Εικ. 2-5). Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ανεπαρκής χώρος για την τοποθέτηση αισθητήρα (π.χ., όπου υπάρχουν κάτω εξοστώ- Αλληλεπίδραση µεταξύ της πηγής ακτινοβολίας και του δέκτη Α������������ ���� Η πηγή ακτινοβόλησης συχνά παραβλέπεται ως πιθανό αίτιο για ανεπαρκείς εικόνες. Η συντριπτική πλειοψηφία των αισθητήρων λειτουργούν καλύτερα στα 70 kVp ή λιγότερο. Το υψηλότερο kilovoltage τείνει να καίει την εικόνα, επειδή ο χρόνος έκθεσης δεν µπορεί να µειωθεί αρκετά για να αντισταθµιστεί η αυξηµένη εκποµπή ακτινοβολίας. Για να αντισταθµιστεί αυτό, πολλοί κατασκευαστές προτείνουν τη χρήση πηγή συνεχούς ρεύµατος (DC). Η συγκεκριµένη πηγή δηµιουργεί ένα σταθερό kVp, επιδρώντας έτσι στην ποσότητα της ακτινοβολίας που δηµιουργείται σε χαµηλούς χρόνους έκθεσης. Όταν χρησιµοποιούµε µία πηγή εναλλασσόµενου ρεύµα- σεις που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση µεταξύ τους), θα πρέπει να χρησιµοποιηθεί µικρότερος αισθητήρας ή εναλλακτική γεωµετρία προβολής. Η χρήση της τεχνικής της διχοτόµου µπορεί να είναι ο µοναδικός τρόπος απεικόνισης κάτω προγοµφίων, αν υπάρχουν µεγάλες εξοστώσεις. Με αυτήν την τεχνική, ο αισθητήρας τοποθετείται όσο το δυνατόν πιο κοντά στο δόντι. Η γωνία µεταξύ του επιµήκους άξονα του αισθητήρα και του δοντιού υπολογίζεται και στη συνέχεια διαιρείται δια του δύο και η κεντρική ακτίνα κατευθύνεται κάθετα προς τη διχοτόµο (Εικ. 6). Αυτή η τεχνική, ωστόσο, τείνει να οδηγεί σε παραµόρφωση της εικόνας και θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά και µετά την ακτινογραφική λήψη για τη σωστή θέση. Τα αποτελέσµατα θα πρέπει να παρατηρούνται άµεσα για να εξασφαλίζεται η ακριβής λήψη των επιθυµητών οδοντικών ιστών πριν την αποχώρηση του ασθενούς. Πολλά σφάλµατα τοποθέτησης που εµφανίζονται στις ακτινογραφίες µε φιλµ µπορεί να εµφανιστούν επίσης µε τους ψηφιακούς δέκτες. Το πιο συχνό από αυτά τα σφάλµατα είναι η αποκοπή του κώνου, η οριζόντια επικάλυψη, η απώλεια του ακρορριζίου και η σµίκρυνση του οπτικού πεδίου (Εικ. 7 έως 10). Τα σφάλµατα τοποθέτησης που παρατηρούνται συγκεκριµένα σε άκαµπτους αισθητήρες περιλαµβάνουν την απώλεια του κοπτικού ή µασητικού τµήµατος των δοντιών (Εικ. 11), που τεί- νουν να εµφανίζονται όταν η γωνία µεταξύ του δοντιού και του υποδοχέα είναι πολύ µεγάλη και η εικόνα του κοπτικού άκρου προβάλλεται στο άκρο του αισθητήρα. Η τοποθέτηση του δέκτη οπισθίως ή προς τη µέση γραµµή θα βελτιώσει τη σχέση µεταξύ του δέκτη και του επιµήκους άξονα του δοντιού, καθώς και τη δυνατότητα του οδοντιάτρου να απεικονίσει τις κορυφές της µύλης των δοντιών. Ενώ οι πλάκες φωσφόρου είναι πιο εύκαµπτες από τους άκαµπτους αισθητήρες, θα πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε να εξασφαλιστεί πως ο δέκτης δεν κάµπτεται όταν ο ασθενής τον σταθεροποιεί, για να αποφευχθεί επιµήκυνση του ακρορριζικού τµήµατος της εικόνας. Η χρήση ενός άκαµπτου συγκρατητήρα µπορεί επίσης να µειώσει αυτήν την παραµόρφωση. Μία άλλη µέθοδος ελαχιστοποίησης αυτού του σφάλµατος είναι η τοποθέτηση του συγκρατητήρα στη µασητική/κοπτική επιφάνεια του δοντιού που θα απεικονιστεί και η ελαφρά δήξη του ασθενούς για τη συγκράτηση του αισθητήρα στην θέση του αντί να δαγκώνει ο ασθενής τον αισθητήρα στην θέση του. Ε����������� �������� Ένα πλεονέκτηµα των άκαµπτων αισθητήρων είναι η ευκολία δηµιουργίας µιας σχεδόν στιγµιαίας εικόνας. Αν οι εικόνες δεν ικανοποιούν τους απαιτούµενους κανόνες ποιότητας, µπορούν να απορριφθούν και να ληφθούν νέες. Η δυνατότητα επανάληψης µιας ακτινογραφίας, ωστόσο, τείνει να αυξάνει τον αριθµό των εκθέσεων που απαιτούνται για ολοκλήρωση της σειράς των ακτινογραφιών. Μετά τη λήψη της εικόνας, οι πλάκες φωσφόρου θα πρέπει να σαρωθούν για να δηµιουργηθεί µία ορατή εικόνα. Η σάρωση θα πρέπει να πραγµατοποιηθεί όσο το δυνατόν πιο σύντοµα µετά την έκθεση. Μόλις η εικόνα εµφανιστεί στην οθόνη του υπολογιστή, υπάρχουν πολλά εργαλεία βελτίωσης εικόνας (π.χ., της πυκνότητας, της αντίθεσης, της κλίµακας του γκρίζου). Είναι σηµαντικό να θυµόµαστε, ωστόσο, πως η προσπάθεια µετατροπής µιας κατώτερης του ιδανικού εικόνας σε µία αποδεκτή δεν είναι χωρίς κινδύνους. Οι Τyndall και συν. βρήκαν πως ορισµένες «βελτιώσεις» µπορούν να µειώσουν τη διαγνωστική αξία της εικόνας. Β������� ���������� ��� ��������� Παρόλο που το ιδανικό είναι η λήψη µιας εικόνας υψηλής ποιότητας, οι οδοντίατροι έχουν τη δυνατότητα να τροποποιήσουν µία εικόνα, που διαφορετικά θα ήταν κακή και χωρίς διαγνωστική αξία. Η ρύθµιση της πυκνότητας µιας εικόνας επιτρέπει στον οδοντίατρο να διασώσει µία σκούρα εικόνα, αρκεί ο αισθητήρας να µην έχει κορεστεί (Εικ. 12). ∆εν ισχύει το ίδιο για µία εικόνα χαµηλής πυκνότητας (Εικ. 13). DT σελίδα 36

Bitte aktivieren Sie Javascript!
Lade ePaper...